Τράπεζες: Πού «κλειδώνει» η επαναγορά

euro2day.gr

του Χρήστου Κίτσιου

Την προσδοκία ότι το ποσοστό συμμετοχής των ελληνικών τραπεζών στο πρόγραμμα επαναγοράς θα περιοριστεί στο 75% του χαρτοφυλακίου κρατικών ομολόγων τους εκφράζουν τραπεζικά στελέχη καθώς, όπως διαφαίνεται, θα υπάρξει αυξημένη προσφορά από την πλευρά των ξένων.

Όπως έχει γράψει το Euro2day, οι ελληνικές τράπεζες αποτελούν το back up της επαναγοράς. Ο βαθμός συμμετοχής τους, δηλαδή, συναρτάται στην προσφορά τίτλων από την πλευρά των υπόλοιπων κατόχων χρέους.

Δεν είναι τυχαίο ότι τα διοικητικά συμβούλια των εγχώριων τραπεζών συνεδριάζουν σήμερα, τελευταία ημέρα του προγράμματος επαναγοράς, προκειμένου να επικυρώσουν και τυπικά τη συμμετοχή τους.

Στον αντίποδα, οι περισσότεροι από τους ξένους έχουν δώσει ήδη από χθες σχετικές εντολές στους θεματοφύλακες, ώστε να προλάβουν τις προθεσμίες συμμετοχής.

Σύμφωνα με εκτιμήσεις τραπεζικών στελεχών, οι ξένοι κάτοχοι χρέους θα προσφέρουν στο Δημόσιο ομόλογα ονομαστικής αξίας περίπου 20 δισ. ευρώ. Αν η εκτίμηση επιβεβαιωθεί, τότε οι εγχώριες τράπεζες θα συμμετάσχουν με τη σειρά τους με περίπου 11 - 11,5 δισ. ευρώ στο πρόγραμμα.

Αυτό σημαίνει ότι θα διασώσουν ομόλογα ονομαστικής αξίας περίπου 3,5 - 4 δισ. ευρώ από τα περίπου 15 δισ. που κατέχουν σήμερα. Αν σε αυτό συνυπολογιστεί και το όφελος ύψους 4+2 δισ. ευρώ από τον αναβαλλόμενο φόρο, η κατάσταση βελτιώνεται μεν ως προς τις συνθήκες ανακεφαλαιοποίησης, όχι όμως τόσο δραστικά ώστε οι αρνητικές καθαρές θέσεις κάποιων τραπεζών να μετατραπούν σε θετικές.

Και αυτό γιατί μέρος του αναβαλλόμενου φόρου (2,9 δισ. ευρώ) έχει ήδη συνυπολογιστεί στις κεφαλαιακές ανάγκες, ενώ οι μελλοντικές υπεραξίες από τα εναπομείναντα ομόλογα δεν θα επαρκούν για την εξόφληση των CoCos.


Ο "κίνδυνος" της επέκτασης του προγράμματος επαναγοράς

Ακόμη, όμως, και αν ο βαθμός συμμετοχής των ξένων στο πρόγραμμα επαναγοράς εξελιχθεί, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις των τραπεζών, ο "κίνδυνος" κρύβεται σε τυχόν απόφαση των εταίρων και πιστωτών μας να υπάρξει επέκταση του προγράμματος. Να αγοραστούν, δηλαδή, όσα ομόλογα προσφερθούν εντός του εύρους των τιμών που ορίζει η δημοπρασία.

Σύμφωνα με πληροφορίες, το ΔΝΤ φέρεται να υποστηρίζει την παραπάνω άποψη πιέζοντας την ευρωζώνη να επεκτείνει τη χρηματοδότηση της επαναγοράς από τον EFSF εφόσον οι προσφορές ομολόγων ξεπεράσουν τα 30 δισ. ευρώ.

Σε μια τέτοια περίπτωση το καυτό ερώτημα είναι αν οι ελληνικές τράπεζες καταφέρουν τελικά να διασώσουν έστω το 25% του χαρτοφυλακίου κρατικών ομολόγων που κατέχουν. Οι οριστικές αποφάσεις, άλλωστε, για το πόσο χρέος θα επαναγοραστεί θα κλειδώσουν, όπως έχει αναδείξει από νωρίς το Euro2day, στο eurogroup της 13ης Δεκεμβρίου.


Τα καυτά ντεσού που βελτιώνουν τη θέση των τραπεζών

Σύμφωνα με πληροφορίες, οι ελληνικές τράπεζες θα επιδιώξουν να συμμετάσχουν στην επαναγορά με τα μακρινής λήξης ομόλογα διατηρώντας τις θέσεις τους στο δεκαετές (λήξης 2023) και δευτερευόντως στο 11ετές και στο 12ετές. Αντίστοιχη τακτική εκτιμάται ότι θα ακολουθήσουν και οι ξένοι. Αν συμβεί αυτό, η μέση τιμή του προγράμματος θα διαμορφωθεί κοντά στο χαμηλό και όχι στο υψηλό του εύρους αγορών.

Τους τελευταίους μήνες κάποιες εγχώριες τράπεζες "έπαιξαν" με τη διάρκεια του χαρτοφυλακίου ελληνικών ομολόγων πουλώντας τα μακρινής λήξης και αγοράζοντας ομόλογα λήξης του 2023 ή δευτερευόντως του 2024 και του 2025.

Αν όντως έχει συμβεί κάτι τέτοιο, έχουν βελτιώσει τις επιδόσεις του χαρτοφυλακίου, καθώς οι τιμές των ομολόγων λήξης 2023 και 2024 σημείωσαν και τη μεγαλύτερη άνοδο.

Επιπρόσθετα, στα χαμηλά της αγοράς υπήρξαν αγορές ομολόγων τόσο από τραπεζικά Αμοιβαία Κεφάλαια, όσο κι από τις τράπεζες για λογαριασμό πελατών του private banking.

Το ερώτημα είναι αν αγόρασαν οι τράπεζες και για τα δικά τους χαρτοφυλάκια. Με δεδομένο ότι δεν έχουν δημοσιευθεί οικονομικές καταστάσεις β΄ και γ΄ τριμήνου, επίσημα στοιχεία δεν υφίστανται. Η αίσθηση, όμως, που υπάρχει είναι ότι κάποιοι μεγάλοι εγχώριοι τραπεζικοί όμιλοι ήταν το καλοκαίρι καθαροί αγοραστές.

Σημειώνεται ότι η εξόφληση όσων συμμετάσχουν στο πρόγραμμα επαναγοράς θα γίνει με valeur 10 ημερών. Αυτό εντείνει την προσφορά στη δευτερογενή από όσους επείγονται να πουλήσουν, χωρίς να περιμένουν το αποτέλεσμα της διαδικασίας.